Αναγκαιότητα Λογοθεραπείας

Είναι απαραίτητη η λογοθεραπεία;

Στις περισσότερες διαταραχές επικοινωνίας η λογοθεραπεία θεωρείται όχι μόνο σκόπιμη αλλά και επιβεβλημένη. Τι γίνεται όμως όταν το παιδί παρουσιάζει μια απλή (αλλά πολύ συνηθισμένη) διαταραχή στην ομιλία του; Όταν δεν μπορεί να προφέρει καθαρά το [ρ] ή “μπερδεύει” το [φ] με το [θ], παρουσιάζει δηλαδή μια απλή φωνολογική διαταραχή, όπως περιγράψαμε εδώ [link-Δυσλαλία]; Είναι απαραίτητο να επισκεφθεί το λογοθεραπευτή σε αυτή την περίπτωση;

Η έγκαιρη διάγνωση της φωνολογικής διαταραχής σε παιδιά μικρής ηλικίας (έως 5 ετών) θεωρείται πολύ σημαντική. Τα παιδιά ωφελούνται περισσότερο από τη θεραπευτική αγωγή στην προσχολική ηλικία σε σύγκριση με θεραπευτική αγωγή που αρχίζει σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η πρώιμη αυτή περίοδος θεωρείται η πιο εύκαιρη και η πιο κρίσιμη για παρέμβαση, λόγω της πλαστικότητας του εγκεφάλου, που επιτρέπει τη βέλτιστη αφομοίωση των ερεθισμάτων που δέχεται το παιδί. Αντίθετα, όταν η διάγνωση καθυστερήσει, η παρέμβαση παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, εφόσον πολύτιμος χρόνος έχει χαθεί και, επιπλέον, έχουν συσσωρευτεί τα προβλήματα και έχει εγκατασταθεί ένας φαύλος κύκλος αποτυχιών και αντιδράσεων του παιδιού σε αυτές.

Δυστυχώς, δεν είναι λίγες οι φορές, στις οποίες οι γονείς παραπέμπουν το παιδί σε λογοθεραπευτή όταν αυτό τελειώνει το νηπιαγωγείο ή έχει ήδη αρχίσει την πρώτη τάξη του δημοτικού, κυρίως με αφορμή τη σχολική του αποτυχία. Με την είσοδο όμως του παιδιού στο δημοτικό, η φωνολογική διαταραχή αντικατοπτρίζεται και στο γραπτό λόγο, όπου το παιδί αποκωδικοποιεί τη λέξη λανθασμένα και τη γράφει όπως την προφέρει. Ας μην ξεχνάμε ότι ο λόγος του παιδιού αποτελείται από “ήχους” και όχι “γράμματα”. Στους ήχους (τα φωνήματα) θα βασιστεί για να περάσει στα γράμματα. Εάν αυτοί δεν έχουν κατακτηθεί, τότε το πέρασμα στο γραπτό λόγο μπορεί να αποδειχτεί οδυνηρό και να οδηγήσει σε δυσκολίες στη μάθηση.

Περίπου ένα στα δέκα παιδιά εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάπτυξη του λόγου κατά την προσχολική ηλικία. Από αυτά τα παιδιά, περισσότερα από τα μισά παρουσιάζουν προβλήματα στην γραφή και την ανάγνωση ξεκινώντας το σχολείο. Συνήθως κάτι τέτοιο συμβαίνει επειδή αρκετοί γονείς βλέπουν τη λανθασμένη ομιλία του παιδιού σαν κάτι ευχάριστο και διασκεδαστικό και σαν πολύ χαριτωμένο τον τρόπο που μιλάει. Άλλοι έχουν από τα παιδιά τους λιγότερες απαιτήσεις από εκείνες που προβλέπονται για την ηλικία. Άλλοι πάλι “περιμένουν να δουν” έχοντας υπόψη ότι και κάποιος άλλος στην οικογένεια μπορεί να… άργησε να μιλήσει.

Το αποτέλεσμα είναι ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό δυσκολιών ανιχνεύονται και καταλήγουν στο λογοθεραπευτή μέχρι την ηλικία των πέντε ετών. Δυστυχώς τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά δε διορθώνουν τις δυσκολίες χωρίς κάποια παρέμβαση ή τις διορθώνουν με σημαντική καθυστέρηση. Αυτό όμως είναι πρόβλημα γιατί στην Ελλάδα το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του σχολείου απευθύνεται κυρίως στο μέσο μαθητή. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί που δεν έχει “προλάβει” το μέσο όρο ανάπτυξης, θα πρέπει να καταβάλει στη συνέχεια πολύ μεγάλη προσπάθεια να καλύψει τα κενά και τα ελλείμματά του, ώστε να προσεγγίσει τους συμμαθητές του. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και συχνά η προσπάθεια του παιδιού δεν είναι επιτυχής, με αποτέλεσμα να απογοητεύεται, να εκφράζει αποστροφή προς την μάθηση και, τελικά, να επηρεάζεται ο σχηματισμός ολόκληρης της ψυχικής ζωής του παιδιού.

Έχει μάλιστα διαπιστωθεί ότι, κάποιες φορές, οι διαταραχές λόγου και οι συνέπειές τους ακολουθούν το παιδί σε όλη τη ζωή του αν δεν αντιμετωπιστούν, µε αποτέλεσμα και στην ενήλικη ζωή να εμφανίζονται προβλήματα, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, αντικοινωνικές συμπεριφορές, ψυχοσωματικά προβλήματα. Γι’ αυτό τις δυσκολίες στο λόγο δε θα πρέπει να τις βλέπουμε μόνο σαν πρόβλημα που έχει σχέση με την αισθητική της ομιλίας, αλλά σαν πρόβλημα σχετίζεται με την εξέλιξη της παιδικής προσωπικότητας.

πηγή: Κέντρο Ειδικών Θεραπειών “Λόγου…Χάρη”