Η δυσλεξία επηρεάζει τη ζωή εκατομμυρίων παιδιών και ενηλίκων σε όλο τον κόσμο, με σημαντικές εκπαιδευτικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες.

Η δυσλεξία, ανήκει στις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Εκδηλώνεται κατά τα πρώτα χρόνια φοίτησης στο Δημοτικό σχολείο ως μία ανεξήγητη και απρόσμενη δυσκολία στην ανάγνωση και τη γραφή, σε παιδιά με φυσιολογική ή και ανώτερη ευφυΐα. Επομένως δεν πρέπει να συγχέεται με προβλήματα προφορικής έκφρασης ή με χαμηλή νοημοσύνη. Επίσης αφορά μαθητές και ενήλικες, όχι νήπια.

Η διάγνωση της δυσλεξίας αποτελεί σύνθετη διαδικασία, που δεν περιορίζεται στην παρουσία ορθογραφικών λαθών. Περιλαμβάνει ποικιλία ελλειμμάτων στη γραφή και την ανάγνωση, ενώ πρέπει αρχικά να έχει εξασφαλιστεί η απουσία οργανικών διαταραχών, η επαρκής σχολική εκπαίδευση, το ευνοϊκό οικογενειακό περιβάλλον, η τουλάχιστον φυσιολογική νοημοσύνη, ενώ πρέπει να διαπιστωθεί, βάσει εξειδικευμένων τεστ, ότι η αναγνωστική ηλικία του μαθητή είναι κατά δύο χρόνια χαμηλότερη από τη νοητική του ηλικία.

Οι δυσκολίες που συνδέονται με τη δυσλεξία είναι εξίσου σύνθετες και πολυδιάστατες. Ένα σύνηθες πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένα παιδί με δυσλεξία είναι η μειωμένη φωνολογική ενημερότητα. Αυτό σημαίνει ότι δυσκολεύεται να αντιληφθεί από ποια φωνούλα ξεκινά και σε ποια φωνούλα καταλήγει μια λέξη ή ότι η λέξη “πατάτα”, για παράδειγμα, μπορεί να χωριστεί σε τρία κομμάτια (συλλαβές). Εξάλλου, δυσκολεύεται στην αυτόματη οπτική διάκριση των γραμμάτων που διαβάζει ή γράφει, συγχέοντας το “α” με το “ο” ή το “γ” με το “χ”, τα οποία μοιάζουν στην όψη.

Επειδή, λοιπόν η διάκριση αυτή δε γίνεται αυτόματα, χρειάζεται χρόνο και σκέψη για να συνειδητοποιήσει γράμμα-γράμμα τι διαβάζει ή τι γράφει. Και λόγω της φωνολογικής δυσκολίας, που αναφέραμε πιο πάνω, καθυστερεί να συνειδητοποιήσει ότι ένα ‘τ’ κι ένα ‘α’ διαβάζονται μαζί σαν ‘τα’.

Συνεπώς, η ανάγνωση γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς, συλλαβιστά, ενώ στο μυαλό συχνά επικρατεί σύγχυση, που οδηγεί σε γρήγορη πνευματική κόπωση. Έτσι το δυσλεκτικό παιδί καταλήγει να διαβάζει μόνο την αρχή της λέξης και να φαντάζεται, να υποθέτει την υπόλοιπη (βλέπει “γύρω” και διαβάζει “γυρίζω”), να “πηδά” γραμμές, να μη “βλέπει” τόνους και κόμματα και τελικά να συγκρατεί ελάχιστες ή καθόλου πληροφορίες από το κείμενο που μόλις διάβασε.

Η ίδια σύγχυση επικρατεί και όταν γράφει. Δεν ελέγχει το γραπτό του, με αποτέλεσμα να προσθέτει, να παραλείπει, να αντιστρέφει ή να αντικαθιστά γράμματα και συλλαβές, να μην εφαρμόζει γραμματικούς και ορθογραφικούς κανόνες, να κάνει άσχημα γράμματα και πολλά άλλα. Στην αντιγραφή μάλιστα, πολλές φορές μπορεί να μην αντιγράφει ολόκληρες τις λέξεις, αλλά γράμμα προς γράμμα!

Τελικά, όταν ζητάμε από ένα παιδί ή ενήλικα να γράψει μια πρόταση, στην ουσία του ζητάμε να σκεφτεί πώς να κωδικοποιήσει τη σκέψη του σε σύμβολα (γράμματα), να τα σχεδιάσει σωστά, να χρησιμοποιήσει τους κατάλληλους κανόνες και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τι έχει γράψει. Κάτι τέτοιο δε μπορεί να γίνει σωστά και γρήγορα όταν υπάρχει δυσλεξία.

Φυσικά, οι επιπτώσεις της δυσλεξίας μπορεί είναι εμφανείς σε οποιονδήποτε άλλο κώδικα συμβόλων εκτός της γραπτής γλώσσας (μητρικής ή ξένης). Κάποιος, δηλαδή, μπορεί να κάνει άριστους νοερούς υπολογισμούς, αλλά να δυσκολεύεται με τα μαθηματικά σύμβολα, ή κάποιος ταλαντούχος μουσικός με δυσλεξία να αδυνατεί να διαβάσει νότες.

Από πολλούς η δυσλεξία θεωρείται γονιδιακά προσδιοριζόμενη ιδιαιτερότητα, δηλαδή ένα δυσλεκτικό παιδί έχει κατά κανόνα κοντινούς συγγενείς με αυτή την κατάσταση. Είναι ένα νευροβιολογικό χαρακτηριστικό ισόβιου χαρακτήρα, με τον ίδιο τρόπο που ένας άνθρωπος μπορεί να μην έχει το ταλέντο να γίνει καλός ποδοσφαιριστής ή πιανίστας, όσο κι αν το θέλει.

Μολονότι η ακριβής αιτιολογία του συνδρόμου της δυσλεξίας είναι άγνωστη, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με δυσλειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου ο οποίος είναι φυσιολογικός κατά τα άλλα, πολλές φορές μάλιστα μπορεί να είναι και μεγαλοφυής. Η εν λόγω δυσλειτουργία αφορά κυρίως το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου που συνδέεται με την ανάπτυξη του γραπτού λόγου. Αυτό στα δυσλεκτικά άτομα συχνά αντισταθμίζεται με την υπερλειτουργία περιοχών του δεξιού ημισφαιρίου, που σχετίζονται με τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Έτσι, τους είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους για να πετύχουν πράγματα. Σκέφτονται περισσότερο με εικόνες του μυαλού παρά με λόγια (εσωτερικός λόγος). Έχουν μια διαισθητική ικανότητα να λύνουν προβλήματα και καταστάσεις. Παρά τη δυσλεξία τους, ο Albert Einstein και ο Walt Disney ήταν ιδιαίτερα πρωτοποριακοί στις ιδέες τους, ο ένας με καινούριες θεωρίες, ο άλλος με κινούμενα σχέδια. Στο σχολείο, όμως, όπου ήταν κακοί μαθητές, ελάχιστοι είχαν καταλάβει την αξία τους.

πηγή: Κέντρο Ειδικών Θεραπειών “Λόγου…Χάρη”